Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

























Μια φορά κι έναν καιρό στην αχανή χιονοσκέπαστη χώρα της καλής Αρκούδας, ζούσε ένα μικρό αγόρι με ονειροπόλα μάτια που το φώναζαν Μάικ...
Κάποια στιγμή εκμυστηρεύτηκε σε ένα φίλο του ότι μόνο στη σκέψη του ονόματός του ένιωθε μια παράξενη δύναμη να τον πηγαίνει εμπρός και πάνω, πολύ πάνω και πως οι τσέπες του γέμιζαν με δυο τεράστια μάγκνουμ. Αυτό ήταν από τότε δέκα χρονών παιδί, έβαλε σκοπό να γίνει Ζορό και Σούπερμαν.
Ο Μάικ που από μικρός ένιωθε πως ήταν ταγμένος για κάτι μεγάλο στη ζωή του, πέρασε τα εφηβικά χρόνια του με πολύ διάβασμα , μελέτη, αναλύσεις, μουσικές συνθέσεις.
Έτσι λοιπόν ο Μάικ εξελίχθηκε όντως σε μεγάλο άνδρα με τεράστιες εξουσίες, και με μια λέξη ανέβασε και κατέβαζε κυβερνήσεις.
Πολλοί τον αγάπησαν τον Μάικ. και όταν οι κυβερνήσεις έπεσαν τελικά σαν χάρτινοι πύργοι , εκείνος έμεινε όρθιος λόγω της αγάπης που υπήρχε γύρω του, την αγάπη που είχε καλλιεργήσει ο ίδιος εκεί στην αχανή χιονοσκέπαστη χώρα της καλής Αρκούδας.
Όμως η ζωή έπαιξε ένα άσχημο παιχνίδι για το Μάικ με τα ονειροπόλα μάτια, όπως γίνεται συνήθως.
Μέσα στην άγρια ζούγκλα με τα παρθένα δάση ανδρώθηκε ένας παλιός παιδικός φίλος του Μάικ , που ζητούσε επίμονα το κεφάλι του. Τι να πει κανείς;
Πολύ γρήγορα ξέσπασε η μάχη ανάμεσά τους... Από τότε η χώρα της καλής Αρκούδας βυθίστηκε στα χιόνια και ξεκόπηκε από την υπόλοιπη γη και το υπόλοιπο Σύμπαν..

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009

ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ



Οι Μεγαλοί ψεύτες και λίγοι μικροί ήρωες,
σέρναν τρελό χορό στο θέατρο σκιών.
Κι εγώ που "πιάστηκα" στο κρυφό παραγάδι της τέχνης,
μικρός ασήμαντος απ' όλους, απαρατήρητος χορεύτης του χρόνου.
Παλαιάς κοπής που συρρικνώθηκα στο "βάλε-βγάλε"...
Θυμάμαι σαν τώρα:τον Κέρβερο , τους σκοτεινούς θεούς, τον "τρίστρατο δίσκο"...
"Άντε βρες τον", μου 'παν τελικά.
Στα τελευταία επιστρόφια ήρθα πίσω-μπρος μου , με την ένδειξη:"αγνώστου ταυτότητος",

και παραλήπτη:"Μη γυρεύεις να με βρεις ...Μόνο πλήρωσε..."
.....................................................................................
Μάνα γη, το μυστικό σου δώσ' μου
θα τ' αντέξω
κι ας καώ, κι ας πέσω.
Μονάχα το γοργόφτερο άλογο και τα κλειδιά είναι αρκετά,
να μάθω την οδό στο λεύτερο πέταμά μου.
.....................................................................................
Μάνα γη, μονάχος μου σαν έφτασα στο άφατο του Άδη
τρυπαρισμένος απ' τις Ερινύες την Τρίαινα..
Κατάλαβα πως ο Έρωτας σου ήταν "Θάνατος",
στις ρίζες σου κρυμμένος.
Μα εγώ φτιαχμένος από λειψά υλικά,
πες μου πώς το μυστικό σου ν' αντέξω;
ΧΑΙΡΕ ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΩΣ!
Μια ζωή ανθρωπάκο να φοβάσαι κάτι ανύπαρκτο
.....................................................................................
Σκιές του φόβου, παιδιά της γης,
οι αλυσίδες του Προμηθέα μας δένουν
σε κύκλο τυφλών Ελπίδων.
Σσσσστ...ψιθυρίζουν οι ψεύτες :σταμάτα θα θυμώσουν οι θεοί,
τι ήταν να το μιλήσουν. Και οι


ε
Θεοί
ύ
μ
ω
σ
α
ν
Στο τρομέρο το πυρ εξόριστος μεσ' τη φωλιά του Λύκου
σαν αστραπή-αναστροφή χόρευα στο χάος.
Τρόμαξα όμως με τηνοπή, ροπή, υποτροπή και βρέθηκα να ξεπληρώνω παλιούς λογαριασμούς με τους παλιούς συντρόφους.
.....................................................................................
Στων Εσπερίδων την Νεφελαυγή το μάτι του Λύκου
άγρυπνο στα μυθικά ΣΥΜΠΑΝΤΑ, ΣΥΜΦΩΝΊΑ ΖΩΗΣ-ΘΑΝΑΤΟΥ,
τότε ο Λύκος της Μεσημερούς ούρλιαξε:
"Γύρνα πίσω, δεν έκρυψες καλά τα μυστικά..."
Ο μόνος φόβος μου, τα μυστικά.
Ο μόνος φόβος σου, τα μυστικά... Ανθρωπάκο,
τα καλά κρυμμένα μυστικά...